Οι γενεαλογικές παραδόσεις του Αιόλου είναι
πολύ συγκεχυμένες μεταξύ τους και δεν μπορεί να κάνει κανείς εύκολα τη διάκριση
των προσώπων και των μύθων τους. Στην Ελλάδα ο Αίολος δε θεωρήθηκε ποτέ θεός·
γι’ αυτό και δεν υπάρχουν πουθενά ιερά του. Ο θεωρούμενος ως ναός του Αιόλου
στην αρχή της οδού Αιόλου στην Αθήνα, είναι το ρολόι του Ανδρόνικου Κυρρήστου,
που ονομάστηκε ναός του Αιόλου, ίσως επειδή στολίζεται με παραστάσεις των ανέμων.
Στην αρχαία Ρώμη, ο Αίολος λατρευόταν πάντα ως θεός, όπως αναφέρει ο Βιργίλιος
και άλλοι ποιητές.
Ο Αίολος ήταν βασιλιάς της «Αιολίδος νήσου», τον οποίο ο Δίας είχε
διορίσει ταμία των ανέμων. Κατά την παράδοση, το νησί του ήταν πλωτό και
τριγυρισμένο από ένα πανύψηλο χάλκινο τείχος. Στο νησί αυτό ζούσε ευτυχισμένος
ο Αίολος με τη γυναίκα του Αμφιθέα και τα δώδεκα παιδιά τους, τους ανέμους.
Κατά την «Οδύσσεια», φιλοξενήθηκαν στο «πλωτό νησί» ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί
του και, όταν έφευγαν, ο Αίολος τους χάρισε έναν ασκό, όπου είχε κλείσει όλους
τους ανέμους, εκτός από το Ζέφυρο, τον Ούριο. Όταν όμως οι περίεργοι σύντροφοι
του Οδυσσέα άνοιξαν τον ασκό (πιστεύοντας πως περιέχει χρυσό), εξαπολύθηκαν οι
άνεμοι και έφεραν το πλοίο πίσω στο νησί του Αιόλου.
Η μεταγενέστερη παράδοση τοποθετεί το νησί του Αιόλου ακίνητο στο σύμπλεγμα των
νησιών Λίπαρι, που λέγονται και νησιά του Αιόλου, στη νότια Τυρρηνική θάλασσα.
Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Αίολος ήταν ένας από τους
δίδυμους γιους του Ποσειδώνα και της Μελανίππης ή Άρνης (ο άλλος είναι ο
Βοιωτός), που εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικρό νησί του Τυρρηνικού πελάγους, όπου
ζούσε πάντα με την αγάπη των θεών και δίδαξε στους ανθρώπους την τέχνη των
ιστίων.


